Amendments to Law 87(I)/2026 - Strengthening of the Framework for the Out-of-Court Resolution of Financial Disputes

27/07/2026

Author

Eleftheria Evripidou

Lawyer

Marina K. Vassiliou

Partner - Head of Banking

Greek text follows


The amendments to Law 87(I)/2026 on the Establishment and Operation of the Single Body for the Out-of-Court Resolution of Disputes of a Financial Nature entered into force on the 1st of June 2026.

The reform aims to strengthen the effectiveness of the out-of-court financial dispute resolution mechanism, to achieve faster settlement of disputes between consumers and financial institutions, and to enhance the protection of borrowers, without restricting the constitutionally guaranteed right of access to justice.

One of the most significant reforms introduced by Law 87(I)/2026 is the establishment of the binding nature of the Financial Ombudsman's decisions for monetary compensations up to the amount of €20,000, reinforcing the institution of out-of-court dispute resolution and reducing the need to resort to time-consuming court proceedings.At the same time, the parties’ rightto resolve their financial disputes is safeguarded, enhancing the swift and effective administration of justice in the area of financial disputes.

Notwithstanding the binding nature of the Financial Ombudsman's decisions, the law preserves the right of interested parties to seek judicial review for a judgment. Specifically, any party that disagrees with a judgment has the option, within 30 days, to file an application before the competent District Court. Upon the filing of the appeal, the execution of the Financial Ombudsman's decision is suspended until a final judicial decision is issued. It is noted that, the appeal does not annul or set aside the Ombudsman's decision; it merely suspends its binding nature and enforceability until the Court's final ruling.

If no appeal is filed within the prescribed deadline, or should the parties accept the decision, it then becomes binding and must be executed within 30 days from the expiry of the deadline for filing an appeal.

Should a financial institution omit or refuse to comply with a binding decision, the Financial Ombudsman has the right to impose an administrative fine.

At the same time, the Financial Ombudsman or the party in whose favour the decision was issued, may apply to the competent District Court requesting a compliance order.

Another significant amendment brought by Law 87(I)/2026, concerns the strengthening of the procedural safeguards that protect eligible debtors during the process of mortgaged property disposal.

An eligible debtor is, among others, the person upon whom a Notice of Type I or Type IA has been served, and who submits a complaint to the Financial Ombudsman within the statutory deadline. Of particular importance in the said amendment is the fact that the relevant right may only be exercised once for each disposal procedure, thereby achieving a balance between the effective debtor protection and the need for legal certainty and procedural finality.

Also significant is the extension of the deadline to submit a complaint from 21 days to 30 days from the service of the relevant notice.

The legislature's intention is to ensure that the debtor's access to the out-of-court dispute resolution mechanism is real and substantive.

The complaint may be submitted only once, hence preventing the right’s abusive exercise and ensuring the effective and rapid completion of the procedure.

Law 87(I)/2026 also introduces a new procedure in cases where the Financial Ombudsman determines the amount of the debt. Once the decision is accepted by the parties, a period of 30 days is granted for the achievement of a restructuring or repayment agreement. Should no agreement is reached, the disposal procedure is suspended for 60 days, for the eligible debtor to have the opportunity to approach a licensed insolvency practitioner and to examine the available insolvency procedures. This provision enhances the prospects of finding a viable solution prior to the completion of the mortgaged property disposal procedure. The new provisions allow the debtor to put forward their positions before measures are taken.

in conclusion, the amendments introduced by Law 87(I)/2026 constitute an important step in the modernisation of the out-of-court financial dispute resolution framework in the Republic of Cyprus. The new legislative framework strengthens the binding nature of the Financial Ombudsman's decisions, maintains effective judicial review, reinforces the protection of eligible debtors, and broadens procedural safeguards. At the same time, it contributes to the creation of a more effective, functional, and modern dispute resolution system, while reinforcing citizens' confidence in the institution of out-of-court dispute resolution, and ensuring better balance between consumer protection and the proper operations of financial institutions.


Οι τροποποιήσεις του Ν. 87(Ι)/2026 και η ενίσχυση του πλαισίου εξώδικης επίλυσης χρηματοοικονομικών διαφορών

Την 1η Ιουνίου 2026 τέθηκαν σε ισχύ οι τροποποιήσεις του Νόμου 87(Ι)/2026 του περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου.

Η μεταρρύθμιση αποσκοπεί στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του μηχανισμού εξώδικης επίλυσης χρηματοοικονομικών διαφορών, στην ταχύτερη επίλυση των διαφορών μεταξύ καταναλωτών και χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων και στην ενίσχυση της προστασίας των δανειοληπτών, χωρίς να περιορίζεται το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη.

Μία από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις που εισάγει ο Ν. 87(Ι)/2026 είναι η καθιέρωση της δεσμευτικότητας των αποφάσεων του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου για χρηματικές αποζημιώσεις έως του ποσού των €20.000. Η μεταρρύθμιση αυτή ενισχύει ουσιαστικά τον θεσμό της εξώδικης επίλυσης διαφορών, περιορίζοντας την ανάγκη προσφυγής σε χρονοβόρες δικαστικές διαδικασίες.

Παράλληλα, διασφαλίζεται το δικαίωμα των μερών να επιλύουν τις χρηματοοικονομικές διαφορές τους εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, ενισχύοντας την ταχεία και αποτελεσματική απονομή δικαιοσύνης στον τομέα των χρηματοοικονομικών διαφορών.

Παρά τη δεσμευτικότητα των αποφάσεων του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου, ο νόμος διαφυλάσσει το δικαίωμα των ενδιαφερομένων να ζητήσουν δικαστικό έλεγχο της απόφασης. Ειδικότερα κάθε μέρος που διαφωνεί με την απόφαση έχει την δυνατότητα εντός 30 ημερών, να καταχωρίσει αίτηση ενώπιον του αρμόδιου Επαρχιακού Δικαστηρίου. Με την καταχώριση της προσφυγής, η εκτέλεση της απόφασης του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου αναστέλλεται μέχρι την έκδοση τελεσίδικης δικαστικής απόφασης. Σημειώνεται ότι η προσφυγή δεν ακυρώνει ούτε εξαφανίζει την απόφαση του Επιτρόπου· αναστέλλει μόνο τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της μέχρι την οριστική κρίση του Δικαστηρίου.

Εφόσον δεν ασκηθεί προσφυγή εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας ή τα μέρη αποδεχθούν την απόφαση, αυτή καθίσταται οριστικά δεσμευτική και πρέπει να εκτελεστεί εντός 30 ημερών από την εκπνοή της προθεσμίας για την καταχώριση προσφυγής.

Σε περίπτωση που η χρηματοοικονομική επιχείρηση παραλείπει ή αρνείται να συμμορφωθεί με δεσμευτική απόφαση, ο χρηματοοικονομικός επίτροπος έχει την δυνατότητα να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο.

Παράλληλα ό Χρηματοοικονομικός επίτροπος ή το μέρος υπέρ του οποίου εκδόθηκε η απόφαση μπορεί να αποταθεί στο αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο ζητώντας διάταγμα συμμόρφωσης.

Ακόμη μια σημαντική τροποποίηση που επέφερε ο Ν. 87(Ι)/2026 αφορά τον καθορισμό της έννοιας του επιλέξιμου οφειλέτη και την ενίσχυση των διαδικαστικών εγγυήσεων που τον προστατεύουν κατά τη διαδικασία εκποίησης ενυπόθηκου ακινήτου.

Ως επιλέξιμος οφειλέτης νοείται, μεταξύ άλλων, το πρόσωπο στο οποίο έχει επιδοθεί Ειδοποίηση Τύπου Ι ή Τύπου ΙΑ και το οποίο υποβάλλει παράπονο στον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο εντός της νόμιμης προθεσμίας. Ιδιαίτερη σημασίας στην εν λόγω τροποποίηση είναι το γεγονός ότι σχετικό δικαίωμα μπορεί να ασκηθεί μόνο μία φορά για κάθε διαδικασία εκποίησης, επιτυγχάνοντας έτσι ισορροπία μεταξύ της αποτελεσματικής προστασίας του οφειλέτη και της ανάγκης ασφάλειας δικαίου και οριστικότητας των διαδικασιών.

Σημαντική είναι επίσης η επέκταση της προθεσμίας υποβολής παραπόνου από 21 σε 30 ημέρες από την επίδοση της σχετικής ειδοποίησης.

Η νομοθετική αυτή επιλογή αποτυπώνει τη βούληση του νομοθέτη να διασφαλίσει ότι η πρόσβαση του οφειλέτη στον μηχανισμό εξώδικης επίλυσης διαφορών είναι πραγματική και ουσιαστική.

Το γεγονός δε ότι το παράπονο μπορεί να υποβληθεί μόνο μία φορά αποτρέπει την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος και διασφαλίζει την αποτελεσματική και ταχεία ολοκλήρωση της διαδικασίας.

Ο Ν. 87(Ι)/2026 εισάγει επίσης νέα διαδικασία στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο Χρηματοοικονομικός Επίτροπος καθορίζει το ύψος της οφειλής. Εφόσον η απόφαση γίνει αποδεκτή από τα μέρη, παρέχεται προθεσμία 30 ημερών για την επίτευξη συμφωνίας αναδιάρθρωσης ή εξόφλησης της οφειλής. Σε περίπτωση μη επίτευξης συμφωνίας, αναστέλλεται 60 ημέρες η διαδικασία εκποίησης, προκειμένου ο επιλέξιμος οφειλέτης να έχει τη δυνατότητα να αποταθεί σε αδειοδοτημένο σύμβουλο αφερεγγυότητας και να εξετάσει τις διαθέσιμες διαδικασίες αφερεγγυότητας. Η ρύθμιση αυτή ενισχύει τις προοπτικές εξεύρεσης βιώσιμης λύσης πριν από την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Οι νέες αυτές ρυθμίσεις παρέχουν στον οφειλέτη ουσιαστική δυνατότητα να ακουστεί και να προβάλει τις θέσεις του πριν από τη λήψη μέτρων.

Συνολικά, οι τροποποιήσεις που εισήγαγε ο Ν. 87(Ι)/2026 αποτελούν σημαντικό βήμα εκσυγχρονισμού του πλαισίου εξώδικης επίλυσης χρηματοοικονομικών διαφορών στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ενισχύουν την δεσμευτικότητα των αποφάσεων του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου, διατηρούν αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο, ενδυναμώνουν την προστασία των επιλέξιμων οφειλετών και διευρύνουν τις διαδικαστικές εγγυήσεις. Παράλληλα συμβάλλουν στη δημιουργία ενός περισσότερο αποτελεσματικού, λειτουργικού και σύγχρονου συστήματος επίλυσης διαφορών.

Το νέο αυτό νομοθετικό πλαίσιο ενισχύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στον θεσμό της εξώδικης επίλυσης διαφορών, προάγει την ασφάλεια δικαίου και εξασφαλίζει καλύτερη ισορροπία μεταξύ της προστασίας των καταναλωτών και της εύρυθμης λειτουργίας των χρηματοοικονομικών οργανισμών.

Related Insights